Τα Βούρλα

Με την μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα αρχίζει ο εποικισμός του Πειραιά από νησιώτες και το μικρό ψαροχώρι αρχίζει να μεταμορφώνεται. Βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του 1830 όταν ιδρύεται ο Δήμος του Πειραιά και όπως σε κάθε λιμάνι πρώτο μέλημα είναι ο περιορισμός της παραβατικότητας και της πορνείας. Ο τόπος εξοβελισμού σύμφωνα με το εκ Γαλλίας δόγμα της «ανοχής και επιτήρησης» προσδιορίζεται, πέρα από το νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου, σε μια ελώδη περιοχή από την οποία είχε πάρει το όνομά της.
Τα «Βούρλα», στο περιθώριο του αστικού τοπίου αλλά και της ηθικής ζωής εγκαινίαζαν την ανάδυση μιας άγριας πόλης με «ενδημικά στοιχεία» τους καυγάδες, τα ναρκωτικά, την εξαθλιώση και τον αγοραίο έρωτα.
Περιχαρακωμένο ανάμεσα στις σημερινές οδούς Εθνικής Αντιστάσεως, Δογάνης, Σωκράτους και Ψαρών και σε έκταση 12 στρεμάτων, στις αρχές του 1876, χτίζεται το πρώτο Δημόσιο Πορνείο της πόλης του Πειραιά. Το κτιριακό συγκρότημα με τους ψηλούς μαντρότοιχους εσωκλείει τον πόνο και την δυστυχία πολλών γυναικών σε καθεστώς εγκλεισμού υπό τον έλεγχο της Αστυνομίας. Ενίοτε δε, χρησιμοποιείται και ως μέθοδος σοφρωνισμού για τις άτακτες ψυχοκόρες ή υπηρέτριες. Κάπως έτσι οικοδομείται ο μύθος «του άντρου της αγοραίας ηδονής» που κινειται στα «χαμηλότερα στρώματα της Κολάσεως» σύμφωνα με πρωτοσέλιδα και ρεπορτάζ της εποχής όπως αυτό της «δεσποινίδος Λιλίκας Νάκου».
Οι ιερόδουλες ιεραρχούνται «στις αριστοκρατικές» ηλικίας 14-18 ετών, στις «μεσαίες- ώριμες» ηλικίας 18-40 ετών και στα «κατσικάδικα», τον χώρο για τις «γριές» ηλικίας 40-50 ετών. Οι μεγαλύτερης ηλικίας πόρνες ζουν και δουλεύουν εκτοπισμένες στα «λαμαρινάδικα» της οδού Κάστορος, όπου ποτέ δεν σταμάτησε η παράνομη πορνεία ή ακόμα χειρότερα στα «σλέπια», τα παροπλισμένα καράβια του λιμανιου. Πλάι στις ιέρειες του έρωτα εργάζονται υποστηρικτικά «πορτιέρισσες και κουβαδίστρες» αλλά και ο «έξω κόσμος» του πορνείου συνυπάρχει και ανατροφοδοτείται από αυτό.
Η περιοχή μεταμορφώνεται ουσιαστικά το ’22 με την άφιξη των χιλιάδων εκτοπισμένων της μικρασιατικής καταστροφής. Μαζί με τους πρόσφυγες φτάνουν και οι μουσικές τους, κάνοντας την Δραπετσώνα, τον τόπο του γνήσιου ρεμπέτη, το απόλυτο σύμβολο της μαγκιάς, ενώ τα χρόνια που ακολουθούν θα κάνουν την εμφάνιση τους στην περιοχή και τα πρώτα εργοστάσια. Έτσι σωματέμποροι, ρεμπέτες, αγαπητικοί και πόρνες δίπλα σε πρόσφυγες και εργάτες συναρθρώνουν το σύνθετο παζλ της Δραπετσώνας μέχρι το ‘40 και την κατοχή όταν και σταματά να λειτουργεί το Δημοτικό Πορνείο.
Τότε η χρήση του αλλάζει, ο χώρος μετατρέπεται σε φυλακή, ενώ και μετά την απελευθέρωση συνεχίζει την λειτουργεία του ως δικαστική φυλακή τόσο για ποινικούς όσο και για πολιτικούς κρατούμενους και γίνεται ευρύτερα γνωστός με την «μεγάλη απόδραση των 27 κομμουνιστών» τον Ιούλιο του 1955.
Τα Βούρλα σήμερα αποτελούν μια ήσυχη περιοχή του Δήμου Δραπετσώνας. Ωστόσο, οι δρόμοι και τα στενά του για τους παλιούς κατοίκους είναι φορτωμένοι με τις μνήμες ενός αθέατου πολλές φορές κόσμου.
Η ιστορία του κόσμου των Βούρλων ξεδιπλώνεται επί της οθόνης μέσα από τις αφηγήσεις των προσκεκλημένων μας.
Έτος:
2019
Σενάριο/Σκηνοθεσία:
Μαρίνα Δανέζη
Παραγωγή:
ΕΡΤ Α.Ε.
Εκτέλεση Παραγωγής:
Μαρίνα Δανέζη για τη Laika Productions
Συντελεστές:
Μοντάζ: Χρήστος Γάκης Ηχοληψία: Κώστας Κουτελιδάκης Μίξη Ήχου: Δημήτρης Μιγιάκης Διεύθυνση Παραγωγής: Τάσος Κορωνάκης Αρχισυνταξία: Ηλιάνα Δανέζη Έρευνα Αρχειακού Υλικού: Ήρα Μαγαλιού Οργάνωση Παραγωγής: Στέφανος Ελπιζιώτης, Χρυσηίδα Τριανταφύλλου Βοηθός διευθ. Φωτογραφίας: Γιάννης - Νέλσον Εσκίογλου Β’ κάμερα: Θάνος Τσάντας Μουσική Σήματος: Blaine L. Reininger Τίτλοι αρχής – Motion Graphics: Κωνσταντίνα Στεφανοπούλου
Συμμετέχουν με αλφαβητική σειρά:
Αλεξάνδρα Ζαββού (Κοινωνιολόγος), Μιχάλης Καφαντάρης (Κινηματογραφιστής), Παναγιώτης Κουνάδης (Ψάχτης), Ελένη Κυραμαργιού (Ιστορικός), Στέφανος Μήλεσης (Συγγραφέας, Πρόεδρος Φιλιλογικής Στέγης Πειραιά), Βασίλης Πισιμίσης (Συλλέκτης, συγγραφέας, ερευνητής), Βασιλική Ροδίτη (Αρχιτέκτονας, υπ. Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Θεσσαλίας), Τέτη Σώλου (Συγγραφέας – Σκιτσογράφος), Γιάννης Φελέκης (Πρώην πολιτικός κρατούμενος δικαστικών φυλακών Βούρλων) Έπαιξαν οι μουσικοί: Αλκαίος - Γιώργος Σουγιούλ - Σουαρέ (μπουζούκι - τζουράς - τραγούδι), Λευτέρης Βαϊόπουλος - Σουαρέ (κιθάρα - φωνή), Γιάννης Δαφνός- Σουαρέ (μπαγλαμάς - φωνή)